Σάββατο 22 Μαρτίου 2014

ΜΕΓΑΣ ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ



Ο άγιος Αθανάσιος, τον οποίο η Εκκλησία προσονόμασε "Μέγαν" για την ξεχωριστή αρετή του, τον αδαμάντινο χαρακτήρα του και τους σθεναρούς αγώνες που διεξήγαγε προς αντιμετώπιση του κινδύνου της Ορθοδοξίας από την αίρεση του αντίχριστου Αρείου, υπήρξε μεγάλη ιστορική μορφή μιας από τις πλέον σημαντικές περιόδους της ανθρωπότητας. Τότε δηλαδή που η Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία, διαπιστώνοντας την αδυναμία της να καταπνίξει τον Χριστιανισμό με βάρβαρους διωγμούς, αναγκάστηκε να τον αναγνωρίσει και να στηρίξει σ' αυτόν την παράταση της ζωής της. Οι λεπτομέρειες της ζωής και του έργου του αγίου Αθανασίου δίνουν μια πολύ παραστατική εικόνα της ταραχώδους εκείνης εποχής, κατά την οποία έπνεε τα λοίσθια η αρχαία θρησκεία, η ειδωλολατρία, και θέτονταν τα θεμέλια του κράτους σε νέα θρησκευτική βάση, στη χριστιανική θρησκεία• και επιπλέον διεξάγονταν συζητήσεις και συγκαλούνταν τοπικές και οικουμενικές Σύνοδοι για τη διατύπωση των δογμάτων και τη ρύθμιση θεμάτων αφορώντων στην οργάνωση και διοίκηση της Εκκλησίας.

Ο Μέγας Αθανάσιος γεννήθηκε στην Αλεξάνδρεια το 295 μ.Χ. από Έλληνες χριστιανούς γονείς, οι οποίοι τον γαλούχησαν και τον ανέθρεψαν με τα νάματα της χριστιανικής και ελληνικής παιδείας. Ο Αθανάσιος διακρινόταν, από τη μικρή του ηλικία, για τη μεγάλη ευφυΐα του, την ολόψυχη αγάπη του προς την Εκκλησία και την έφεση για μάθηση. Μετά τα εγκύκλια γράμματα, πραγματοποίησε ανώτερες θεολογικές και φιλοσοφικές σπουδές στις ακμάζουσες τότε σχολές της Αλεξάνδρειας και μελέτησε εις βάθος την Αγία Γραφή, τους προ αυτού Πατέρες και εκκλησιαστικούς συγγραφείς, καθώς επίσης και τους αρχαίους Έλληνες ποιητές, φιλόσοφους, ρήτορες και ιστορικούς, κυρίως δε τον Όμηρο, τον Πλάτωνα και τον Αριστοτέλη. Έτσι κατέστη βαθύς γνώστης της χριστιανικής και της θύραθεν (αρχαιοελληνικής) παιδείας και φιλοσοφίας.

Παράλληλα προς τη γνώση, ο Αθανάσιος καλλιεργούσε και τον ενάρετο βίο και την αγάπη και προσήλωση στον Χριστό, στην Εκκλησία και στην Ορθοδοξία, προς χάριν της οποίας υπέστη ανήκουστους κατατρεγμούς, διώξεις και εξορίες. Η απεριόριστη αγάπη του προς τον Χριστό και την Εκκλησία πιστοποιείται και από τον εξής θρύλο: Κάποτε, κατά την παιδική του ηλικία, παίζοντας κοντά στη θάλασσα, βάφτισε μερικά παιδιά ειδωλολατρών και, επειδή τήρησε όλους τους κανόνες της σχετικής εκκλησιαστικής τελετής, ο πατριάρχης Αλεξανδρείας Αλέξανδρος Α' (313-328) αναγνώρισε ως έγκυρες τις βαπτίσεις αυτές του νεαρού Αθανασίου και τον ανέλαβε υπό την προστασία του, ενδιαφερθείς πολύ για τη μόρφωσή του.

Εν συνεχεία ο πατριάρχης Αλέξανδρος, εκτιμώντας την αρετή, τη μόρφωση και τα διαλεχτά προσόντα του Αθανασίου, τον προσέλαβε στο Πατριαρχείο ως γραμματέα και του απένειμε τον ιερατικό τίτλο του "αναγνώστη". Ακολούθως, σε ηλικία είκοσι τεσσάρων ετών, τον χειροτόνησε διάκονο. Νεαρός δε ακόμη στην ηλικία ο Αθανάσιος, γνωρίστηκε με τον περίφημο ασκητή της ερήμου, τον Μέγα Αντώνιο (250-355 μ.Χ), έμεινε κοντά του κάμποσο χρονικό διάστημα και έδρεψε από αυτόν εύχυμους πνευματικούς καρπούς. Σεβόταν μάλιστα και εκτιμούσε τόσο πολύ ο Μέγας Αθανάσιος τον Μέγα Αντώνιο, ώστε αργότερα συνέγραψε μια περισπούδαστη βιογραφία του μεγάλου ασκητή της ερήμου.

Κατά το έτος 318 μ.Χ., όταν ο Αθανάσιος ήταν είκοσι τριών ετών, έκαμε τη θορυβώδη εμφάνισή της στην Αλεξάνδρεια η αίρεση του Αρείου, ο οποίος διακήρυττε με τα κηρύγματά του και τις συγγραφές του ότι ο Χριστός δεν είναι Θεός αλλά κτίσμα του Θεού. Μετά από τρία χρόνια η αίρεση αυτή εμφανιζόταν και υπό φιλοσοφικό μανδύα και άρχισε να βρίσκει πολλούς οπαδούς και να κλονίζει τα θεμέλια της ευαγγελικής Πίστεως. Για το θέμα αυτό κρίθηκε αναγκαίο να συγκληθεί Σύνοδος στην Αλεξάνδρεια, η οποία και συνήλθε, πράγματι, το έτος 321 μ.Χ. Κατά τη Σύνοδο αυτή ο Αθανάσιος, με τη θεολογική και φιλοσοφική του κατάρτιση, βοήθησε πάρα πολύ τον πατριάρχη Αλέξανδρο να αντικρούσει τις κακοδοξίες του Αρείου.

Η μεγάλη μάχη όμως της Ορθοδόξου Πίστεως προς την αρειανική αίρεση δόθηκε λίγα χρόνια αργότερα, στην Α' Οικουμενική Σύνοδο, η οποία συνήλθε το 325 μ.Χ. στη Νίκαια της Βιθυνίας. Στη Σύνοδο πήρε μέρος και ο νεαρός τότε ιεροδιάκονος Αθανάσιος, συνοδεύοντας τον γηραιό πατριάρχη Αλεξανδρείας Αλέξανδρο και "του χορού των διακόνων ηγούμενος (Σωκρατ. Εκκλ. Ιστ. I 25). Εκεί ο Αθανάσιος, χάρη στη μόρφωσή του και προπαντός τη θερμουργό πίστη του, αναδείχθηκε ο πιο θαρραλέος και ακαταμάχητος αγωνιστής της Ορθοδόξου πίστεως κατά της αφέσεως του αντιχρίστου Αρείου". Αυτός κυρίως κατατρόπωσε τη νόσο του αρειανισμού, υποστηρίζοντας, με τη θεολογική και φιλοσοφική κατάρτιση που διέθετε και με τη ρητορική του δεινότητα, τον όρο "ομοούσιος" (τω Πατρί) για το δεύτερο πρόσωπο της Αγίας Τριάδος, τον Ιησού Χριστό. Στη διδασκαλία βασικά του Αθανασίου στηρίχτηκε η Σύνοδος αυτή και συνέταξε τα εφτά πρώτα άρθρα του Συμβόλου της Πίστεως, του κοινώς ονομαζόμενου "Πιστεύω". (Τα υπόλοιπα πέντε άρθρα του Συμβόλου της Πίστεως τα συνέταξε η Β' Οικουμενική Σύνοδος, η οποία συνήλθε στην Κωνσταντινούπολη το 381 μ.Χ). Τοιουτοτρόπως το όνομα του Αθανασίου κατέστη τότε σύμβολο της Ορθοδοξίας στον αγώνα της προς αντίκρουση της γενικής επιθέσεως των αρειανών εναντίον της, πολλοί από τους οποίους κατείχαν υψηλές διοικητικές θέσεις.

Η προσωπικότητα και η φήμη του αγίου Αθανασίου εδραιώθηκε τόσο πολύ κατά την Α' Οικουμενική Σύνοδο, ώστε μετά από τρία χρόνια, δηλαδή το 328 μ.Χ., όταν εξεδήμησε προς Κύριον ο γηραιός πατριάρχης Αλεξανδρείας Αλέξανδρος Α' (313-328 μ.Χ.), ανήλθε στον πατριαρχικό θρόνο ο Αθανάσιος σε ηλικία τριάντα τριών ετών "ψήφω του λαού παντός", όπως χαρακτηριστικά γράφει ο Γρηγόριος ο Νανζιανζηνός στον εγκωμιαστικό λόγο του "Εις Αθανάσιον".

Ο Αθανάσιος διατέλεσε πατριάρχης Αλεξανδρείας σαράντα έξι χρόνια και κατά το διάστημα της μακράς αρχιερατείας του υπήρξε "ο στύλος της Εκκλησίας" και ο κατ' εξοχήν "Πατήρ της Ορθοδοξίας". Αμέσως από της ανόδου του στον πατριαρχικό θρόνο της Αλεξανδρείας μερίμνησε δραστηρίως για την οργάνωση της Εκκλησίας του. Περιοδεύοντας την αρχιερατική του περιφέρεια, μετέβη στη Θηβάίδα, στην Πεντάπολη, στην όαση του Αμμών και στην Κάτω Αίγυπτο, για να μελετήσει επιτοπίως τις ανάγκες του ποιμνίου του, το οποίο και τον υποδεχόταν παντού με απερίγραπτο ενθουσιασμό και αγάπη. Στις πόλεις που επισκεπτόταν εγκαθιστούσε άξιους επισκόπους, μεταξύ των οποίων και τον Φρουμέντιο, μια ξεχωριστή και με ένθεο ιεραποστολικό ζήλο προσωπικότητα. Αυτόν τον χειροτόνησε επίσκοπο Αξώμης και του παρείχε κάθε βοήθεια και υποστήριξη στην προσπάθειά του για τη διάδοση του χριστιανισμού στην Αβησσυνία.

Ο Άρειος όμως, καίτοι καθαιρέθηκε από την Α' Οικουμενική Σύνοδο, και οι οπαδοί του δημιουργούσαν μεγάλα προβλήματα στον Αθανάσιο και δεν έπαυαν να συνταράσσουν την Εκκλησία. Η μεγάλη δραστηριότητα του Αθανασίου για την τακτοποίηση των εκκλησιαστικών ζητημάτων της πολύ εκτεταμένης περιφέρειας του, το μεγάλο του ενδιαφέρον για τη διάδοση του χριστιανισμού στην Αβησσυνία, η άρτια θεολογική, φιλολογική και φιλοσοφική του κατάρτιση και παιδεία, η ισχυρή προσωπικότητά του, ο αδαμάντινος χαρακτήρας του και η απεριόριστη αποδοχή από το ποίμνιο του καταθορύβησαν τον αιρεσιάρχη Άρειο και τους ομόφρονές του. Αυτοί λοιπόν σχημάτισαν τη γνώμη ότι ο Αθανάσιος, παραμένοντας στον πατριαρχικό θρόνο της Αλεξάνδρειας, θα μπορούσε να επιφέρει θανάσιμα πλήγματα στην αίρεσή τους. Για τον λόγο αυτό οι αντίχριστοι αρειανοί άρχισαν να κατασυκοφαντούν τον Άγιο και να επιδιώκουν με ραδιουργίες και σκευωρίες να τον απομακρύνουν από τον πατριαρχικό του θρόνο. Εκείνος όμως, με σταθερές και εδραίες τις πεποιθήσεις του και με ακλόνητη την πίστη στη θεότητα του Ιησού Χριστού, υπέμεινε με ασυνήθιστο ηρωισμό τις αδυσώπητες διώξεις εκ μέρους των αντιπάλων του και τις ανίερες εις βάρος του συκοφαντίες και ραδιουργίες τους.

Οι αρειανοί, οι οποίοι επηρέαζαν ακόμη και τον αυτοκράτορα, ήταν επιτήδειοι στο να εφευρίσκουν μύριες όσες συκοφαντίες, των οποίων το ψεύδος, της μιας μετά την άλλη, αποκαλυπτόταν, και έτσι γίνονταν καταγέλαστοι εκείνοι που τις εξύφαιναν. Οι συκοφαντίες όμως αυτές είχαν ως αποτέλεσμα την απομάκρυνση του Αγίου από τον πατριαρχικό του θρόνο πέντε φορές και από τα σαράντα έξι της πατριαρχίας του τα δεκαέξι να τα περάσει στην εξορία.

Αφορμή για την αδυσώπητη πολεμική των αρειανών κατά του αγίου Αθανασίου στάθηκε το γεγονός ότι ο Άγιος αρνήθηκε να δεχτεί σε εκκλησιαστική κοινωνία τον Άρειο, παρά την ομολογία πίστεως που αυτός υπέβαλε το 330 ή 331 μ.Χ. στον Μέγα Κωνσταντίνο, στην οποία βέβαια ο παμπόνηρος αιρεσιάρχης απέφευγε επιμελώς να αναφέρει τις αιρετικές και κακόδοξες εκφράσεις για το πρόσωπο του Ιησού Χριστού. Ο Μέγας Κωνσταντίνος, καίτοι εκτιμούσε και θαύμαζε πολύ τον Μέγα Αθανάσιο για το αδαμάντινο ήθος του, τη μόρφωσή του και το θάρρος του, παρασύρθηκε από τις κατά του Αγίου μηχανορραφίες των αρειανών και διέταξε τη σύγκληση Συνόδου στην Καισάρεια της Παλαιστίνης το 335 μ.Χ. προς εξέταση των κατά του Αθανασίου κατηγοριών. Τελικά η Σύνοδος συνήλθε στην Τύρο της Φοινίκης.

Ενώπιον της Συνόδου αυτής οι αρειανοί προσέθεσαν και άλλες κατηγορίες κατά του αγίου Αθανασίου. Συγκεκριμένα: κατηγόρησαν τον Άγιο ότι σκότωσε κάποιον επίσκοπο, ονόματι Αρσένιο, και, αφού του έκοψε το δεξιό χέρι, το μεταχειριζόταν σε διάφορες μαγικές ενέργειες. Ο Μέγας Κωνσταντίνος διέταξε σχετικές ανακρίσεις και έρευνες, ύστερα από τις οποίες διαπιστώθηκε ότι ο Αρσένιος ήταν ζωντανός και τον έκρυβαν οι αρειανοί σε κάποιο μέρος. Μόλις λοιπόν βρήκαν τον επίσκοπο εκείνο, τον οδήγησαν αμέσως ενώπιον της Συνόδου. Δείχνοντας δε ο Αθανάσιος και τα δύο χέρια του Αρσενίου, ο οποίος έγινε όργανο της σκευωρίας των αρειανών, είπε: "Άλλην χείρα ζητείτω μηδείς• δύο γαρ ανθρώπων έκαστος παρά του ποιητού των όλων εδέξατο χείρας".

 Οι εχθροί όμως του Αθανασίου αποδείχτηκαν άφθαστοι στο να κατασκευάζουν συκοφαντίες εναντίον του. Έτσι λοιπόν, κατά τον εκκλησιαστικό συγγραφέα Ρουφίνο (345-410 μ.Χ.) και μετέπειτα ιστορικούς, παρουσίασαν ενώπιον της Συνόδου μια αναίσχυντη και κακοηθέστατη γυναίκα, η οποία, κατά συμβουλή τους, κραύγαζε λέγοντας πως ήταν παρθένα και τη διέφθειρε ο Αθανάσιος. Τότε ο Άγιος προσήλθε στη Σύνοδο, συνοδευόμενος από έναν φίλο του ιερέα, ονόματι Τιμόθεο. Ο ιερέας εκείνος, ενώ ο Αθανάσιος σιωπούσε, προσποιούμενος τον Αθανάσιο, τον οποίο δεν εγνώριζε ούτε εξ όψεως η αδιάντροπη αυτή γυναίκα, τη ρώτησε: "Εγώ σε συνάντησα ποτέ και εισήλθα ποτέ στην οικία σου;" Το γύναιο δε εκείνο, νομίζοντας ότι ο Τιμόθεος ήταν ο Αθανάσιος, κραύγαζε με μέγιστη αναίδεια και, κινώντας το δάκτυλο της, έλεγε προς τον Τιμόθεο: "Ναι, εσύ μου αφαίρεσες την παρθενία• εσύ μου στέρησες τη σωφροσύνη." Αμέσως δε τότε οι σκηνοθέτες της σκευωρίας φυγάδευσαν το αναίσχυντο γύναιο, παρά τις διαμαρτυρίες του αγίου Αθανασίου, ο οποίος ζητούσε να γίνει ανάκριση, ώστε να αποκαλυφτούν εκείνοι που σκηνοθέτησαν την ανίερη εκείνη υπόθεση. Τοιουτοτρόπως οι αρειανοί έγιναν καταγέλαστοι για τις ραδιουργίες τους.

Παρά ταύτα όμως οι εχθροί της Αλήθειας και της Ορθής Πίστεως δεν σταμάτησαν να συκοφαντούν τον άγιο Αθανάσιο. Κατασκεύασαν λοιπόν εν συνεχεία δύο συκοφαντίες. Συγκεκριμένα: τον κατηγόρησαν στον Μέγα Κωνσταντίνο, τον αυτοκράτορα, πρώτον, ότι συνωμοτούσε εναντίον του και ότι έστειλε πολύ χρυσάφι σε έναν επαναστάτη και, δεύτερον, ότι παρεμπόδιζε την αποστολή σίτου από την Αλεξάνδρεια στην Κωνσταντινούπολη. Ο αυτοκράτορας, δυστυχώς, πείστηκε στους συκοφάντες και πρόσταξε να εξοριστεί ο Αθανάσιος στην πόλη Αυγούστα των Τρεβήρων της Γαλλίας. Πρόκειται για την πρώτη εξορία του Μεγάλου Αθανασίου (Ιούλιος 335 - Νοέμβριος 337). Φθάνοντας ο Άγιος στον τόπο της εξορίας του, έγινε δεκτός μετά πολλής χαράς και έτυχε μεγάλης περιποιήσεως από τον επίσκοπο Μαξιμίνο και τους άρχοντες του τόπου, αφού η φήμη του είχε φτάσει σε όλον τον χριστιανικό κόσμο. Κατά τον χρόνο της εξορίας αυτής του Αγίου έγιναν συντονισμένες ενέργειες για την εκκλησιαστική αποκατάσταση του αιρεσιάρχη Αρείου, η οποία όμως δεν έγινε, διότι τον πρόλαβε ο θάνατος (336 μ.Χ.). Σύνοδος από εκατό επισκόπους, που συνήλθε στην Αλεξάνδρεια, δικαίωσε τον Αθανάσιο και τον επανέφερε από την εξορία. Ο λαός της Αλεξάνδρειας υποδέχτηκε τον Ποιμενάρχη του με απερίγραπτο ενθουσιασμό και αγαλλίαση.

Οι αντίπαλοι όμως του αγίου Αθανασίου δεν ησύχασαν• συνέχισαν τις ραδιουργίες και πέτυχαν και πάλι την καθαίρεση του Αγίου και την εξορία του στη Ρώμη δεύτερη εξορία του Μεγάλου Αθανασίου (Μάρτιος 340 - Οκτώβριος 346). Στη Ρώμη ο Αθανάσιος έτυχε μεγάλης περιποιήσεως από τον πάπα Ιούλιο (337-352). Όντας δε ο Άγιος εξόριστος στη Ρώμη, συνέβαλε πάρα πολύ στη διάδοση του μοναχισμού στη Δύση, προβάλλοντας ως υπόδειγμα την αρετή και τον τρόπο ασκήσεως του Μεγάλου Αντωνίου. Επιστρέφοντας από την εξορία ο Άγιος, έμεινε στον πατριαρχικό του θρόνο συνεχώς επί μία δεκαετία, ήτοι από το 346 μέχρι το 356. Οι εχθροί του όμως άρχισαν και πάλι να κινούνται εναντίον του και πέτυχαν να τον απομακρύνουν για τρίτη φορά από τον θρόνο του (Φεβρουάριος 356 - Φεβρουάριος 362). Τη φορά αυτή ο Άγιος εξορίστηκε στην έρημο της Αιγύπτου. Εκεί βρήκε πολλούς ασκητές και έμενε μαζί τους, ακολουθώντας τον τρόπο της ζωής τους. Όντας δε ο Άγιος στην έρημο δεν έπαυσε ούτε για μια στιγμή να ενδιαφέρεται και να προσεύχεται για το ποίμνιο που του είχε εμπιστευτεί ο Θεός, το οποίο και τον υπεραγαπούσε και τον λάτρευε και λαχταρούσε να τον ιδεί να αποκαθίσταται στον πατριαρχικό του θρόνο. Ακολούθησαν και δύο άλλες εξορίες του μεγάλου Αθανασίου: μία από τον Οκτώβριο του 362 μέχρι τον Σεπτέμβριο του 363 και μία άλλη η 5η κατά σειρά από τον Οκτώβριο του 365 μέχρι τον Ιανουάριο του 366. Ο Αθανάσιος όμως, παρ' όλες τις συκοφαντίες, τις σκευωρίες, τους κατατρεγμούς και τις εξορίες, έμεινε βράχος ακλόνητος, πιστός στις πεποιθήσεις του και στα πιστεύματά του και πρόθυμος να υποστεί τα πάντα χάριν αυτών.

Τελικώς στους κατατρεγμούς, στις διώξεις και στις εξορίες του Μεγάλου Αθανασίου έθεσε τέρμα ο Ουάλης, αυτοκράτωρ της Κωνσταντινουπόλεως (364-378). Ο Ουάλης, αν και ήταν φιλοαρειανός, φοβούμενος μήπως η εξορία του αγίου Αθανασίου γίνει αιτία να διασαλευτεί η τάξη, ένεκα της μεγάλης αγάπης που έτρεφε ο λαός προς τον Άγιο, αναγκάστηκε να τον επαναφέρει στον πατριαρχικό του θρόνο τον Φεβρουάριο του 366 μ.Χ. Έτσι τέθηκε τέρμα οριστικό στις μεγάλες περιπέτειες του υπέροχου αυτού ανδρός. Επανελθών στον θρόνο του ο Μέγας Αθανάσιος, πηδαλιούχησε θεοφιλώς την πατριαρχική του περιφέρεια μέχρι της προς Κύριον εκδημίας του, ήτοι μέχρι τις 2 Μαίου του έτους 373 μ.Χ. Έφυγε δε ο Άγιος από την παρούσα ζωή με την ικανοποίηση ότι είδε εξασφαλιζόμενη την Ορθοδοξία, για την οποία αγωνίστηκε, χωρίς να υποκύψει ποτέ στην κτηνώδη βία που χρησιμοποιούσαν οι εχθροί της Ορθής Πίστεως.


Παρά τις μεγάλες περιπέτειες και αντιξοότητες της ζωής του, ο Μέγας Αθανάσιος έβρισκε χρόνο να διαθέτει για συγγραφική δράση. Το συγγραφικό έργο του Αγίου είναι πλουσιότατο από απόψεως και ποιού και ποσού. Και πράγματι, ο Μέγας Αθανάσιος δέσποζε ως εκκλησιαστική μορφή της εποχής του όχι μόνο ως μαχητής της Ορθοδοξίας, αλλά και ως δοκιμότατος συγγραφέας αξιολογότατων έργων.

Τα συγγράματα του αγίου Αθανασίου κατατάσσονται σε πέντε κατηγορίες, ήτοι σε:
α) απολογητικά υπέρ του χριστιανισμού και της Ορθοδοξίας,
β) έργα κατά αρειανών,
γ) ερμηνευτικά της Αγίας Γραφής,
δ) ασκητικά και
ε) επιστολές,
τα οποία και είναι δημοσιευμένα σε τέσσερις τόμους της "Ελληνικής Πατρολογίας" του Migne, και συγκεκριμένα στους τόμους 25 μέχρι και 28. Πρέπει να σημειώσουμε εδώ ότι ο Μέγας Αθανάσιος μέσα από τα συγγράματά του και τα κηρύγματά του έθεσε τη σφραγίδα της διδασκαλίας του όχι μόνο στους σύγχρονούς του, αλλά και στη χριστιανική σκέψη πολλών γενεών μετά από αυτόν. Και αυτοί ακόμη οι μεγάλοι φωστήρες της Εκκλησίας, όπως ο Μέγας Βασίλειος και ο Γρηγόριος ο Ναζιανζηνός, αντλούσαν "ώσπερ από πηγής" από τα συγγράματα του Μεγάλου Αθανασίου, όπως εύστοχα σημειώνει ο σοφός πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως Φώτιος (820-893 μ.Χ).

Ο Αθανάσιος ανήκει στις μεγάλες μορφές της Εκκλησίας, όχι τόσο για την εξαίρετη άλλωστε συγγραφική του δράση, όσο κυρίως για τον αδαμάντινο χαρακτήρα του, τη θερμουργό προς την Εκκλησία αγάπη του και την υπέροχη προσωπικότητά του, όπως ορθά παρατηρεί άλλος μεγάλος πατήρ της Εκκλησίας, ο Γρηγόριος ο Ναζιανζηνός, γράφοντας: "Ο βίος του Αθανασίου κατέστη υπόδειγμα επισκόπου και η διδασκαλία του νόμος ορθοδοξίας, καθόσον ο μεν βίος του ήταν καθοδηγός της διδασκαλίας του, η δε διδασκαλία του ήταν επισφράγιση του βίου του". Το όνομα του Αθανασίου απέβη συνώνυμο της αρετής, όπως χαρακτηριστικά σημειώνει πάλι ο Γρηγόριος: "Αθανάσιον επαινών, αρετήν επαινέσομαι ταύτόν γαρ εκείνον τε ειπείν και αρετήν επαινέσαι" (Εγκώμ. τις Αθανάσιον I).

Με τους διαρκείς υπέρ της Ορθοδοξίας αγώνες του ο Αθανάσιος απέβη "Της του Θεού Εκκλησίας αληθής στύλος και θεμέλιον", όπως χαρακτηριστικά σημειώνει ο πατριάρχης Αλεξανδρείας Κύριλλος Α (412-444 μ.Χ.). Ο Αθανασίος κατέστησε τον βίο του, πράγματι, ζώσα έκφραση και ερμηνεία της Ορθής Πίστεως, της οποίας την υπεράσπιση έταξε ως σκοπό των αγώνων του. Όντας έξοχη ηθική και εκκλησιαστική προσωπικότητα, επιβαλλόταν με τα λόγια του και τα έργα του στην κοινή συνείδηση των χριστιανών. Το κύρος του "ως πατρός της Ορθοδοξίας" διατηρήθηκε ακέραιο και μετά την προς Κύριον εκδημία του, τα δε συγγράμματά του απέκτησαν οικουμενική διάσταση, ως περιέχοντα τη γνήσια και αυθεντική διδασκαλία της Εκκλησίας, και χρησιμοποιήθηκαν ευρύτατα από τους μετέπειτα εκκλησιαστικούς συγγραφείς και τις οικουμενικές Συνόδους προς διατύπωση των ορθόδοξων δογμάτων της Εκκλησίας μας.

Ο Μέγας Αθανάσιος, στους αγώνες του υπέρ της Ορθοδοξίας, αντιμετώπισε και τους πλέον ισχυρούς αντιπάλους και δεν κάμφθηκε ποτέ μπροστά στους κατατρεγμούς και στις εξορίες. Έτσι, δικαίως χαρακτηρίστηκε ως "ο ηρωικότερος των αγίων και ως ο αγιότερος των ηρώων". Η Εκκλησία, εκτιμώντας τα κατορθώματά του, τον τοποθέτησε κοντά στους αποστόλους, στους ευαγγελιστές και στους μάρτυρες, στη χορεία των αγίων, και οι πιστοί του απέδιδαν και του αποδίδουν τιμές, τις οποίες αναγνώρισαν και καθιέρωσαν οι επερχόμενες γενεές μέχρι σήμερα. Δικαίως ο υμνωδός της Εκκλησίας μας, η οποία εορτάζει τη μνήμη του στις 18 Ιανουαρίου και στις 2 Μαίου, γράφει: "Αθανάσιον, και θανόντα, ζην λέγω• οι γαρ δίκαιοι ζώσι και τεθνηκότες", δηλαδή: τον Αθανάσιο, αν και πέθανε, τον θεωρώ ζωντανόν, διότι οι δίκαιοι ζουν και μετά τον θάνατο.

Απολυτίκιον


Στύλος γέγονας Ὀρθοδοξίας, θεῖοις δόγμασιν ὑποστηρίζων τὴν Ἐκκλησίαν, ἱεράρχα• τῷ γὰρ Πατρὶ τὸν Υἰὸν ὁμοούσιον, ἀνακηρύξας κατήσχυνας Ἄρειον. Πάτερ Ὅσιε, Χριστὸν τὸν Θεὸν ἰκέτευε, δωρήσασθαι ἡμῖν τὸ μέγα ἔλεος.

ΑΓΙΟΣ ΙΩΑΝΝΗΣ Ο ΠΡΟΔΡΟΜΟΣ



Τον γιορτάζει δε πολλές φορές τον χρόνο. Και οι αγιογράφοι ιστορούνε την ζωή του σε εικόνες, τις οποίες τις βάζουνε αριστερά της Ωραίας Πύλης και δίπλα στην εικόνα του Χριστού. Εορτές προς τιμή του Αγίου Ιωάννη του Προδρόμου και Βαπτιστού:
7 Ιανουαρίου Σύναξη του Αγίου Ιωάννη Προδρόμου και Βαπτιστού
24 Φεβρουαρίου Α' και Β' Εύρεση Τιμίας κεφαλής του Αγίου Προφήτου, προδρόμου και βαπτιστού Ιωάννη
25 Μαΐου Μνήμη της Γ' ευρέσεως της τιμίας κεφαλής του προφήτου Προδρόμου και Βαπτιστού Ιωάννου
24 Ιουνίου Το Γενέθλιο του Αγίου Ιωάννη Προδρόμου και Βαπτιστού
29 Αυγούστου Αποτομή της Τιμίας Κεφαλής του Αγίου Ιωάννη Προδρόμου και Βαπτιστού
23 Σεπτεμβρίου Η Σύλληψη του Αγίου Ιωάννη Προδρόμου και Βαπτιστού


Ο Ιωάννης ο Πρόδρομος ήταν υιός του ιερέως Ζαχαρίου και της Ελισάβετ. Γεννήθηκε έξη μήνες προτού γεννηθεί ο Χριστός και έγινε Πρόδρομος του Κυρίου και Βαπτιστής Του. Οι γονείς του Προδρόμου ήσαν ευσεβείς και θεοφοβούμενοι, άλλα άτεκνοι. Ποθούσανε ολόψυχα ν’ αποστήσουνε ένα παιδί. Άπειρες και θερμές ήταν οι προσευχές τους στο Θεό, για την εκπλήρωση αυτής της γλυκείας επιθυμίας. Ο χρόνος όμως κύλησε, χωρίς καμιά θεϊκή απάντηση στο ποθητό τους αίτημα. Ο Ζαχαρίας έκανε πάντοτε την Ιερατική του λειτουργία στο Ναό του Σολομώντος. Σύμφωνα δε με την συνήθεια, που επικρατούσε τότε στο Ιερατείο, ο Ιερεύς ο οποίος θα προσέφερε θυμίαμα στο θυσιαστήριο των θυμιαμάτων διαλεγόταν με κλήρο. Μια μέρα, λοιπόν, ο κλήρος έπεσε στον Ιερέα Ζαχαρία. Τότε αυτός προχώρησε μέσα στο Ναό του Κυρίου, για να προσφέρει το θυμίαμα, ενώ πλήθος κόσμου ήταν συγκεντρωμένο και προσευχότανε εκεί έξω από το Θυσιαστήριο. Την ώρα, όμως που το θυμίαμα άρχισε ν’ ανεβαίνει ανάλαφρα και να ευωδιάζει ο Ναός από το άρωμά του ο Ζαχαρίας είδε ένα αστραποβόλο Άγγελο να κάθεται στα δεξιά του Θυσιαστηρίου. Αμέσως τον κατέλαβε ταραχή και τον κυρίεψε ο φόβος. Τότε ο Άγγελος με φωνή γλυκιά και καθησυχαστική του είπε. «Μή φοβοῦ Ζαχαρία, διότι εἰσηκούσθη ἡ δέησίς σου, καί ἡ γυνή σου Ἐλισάβετ γεννήσει υἱόν σοί».

-Μη φοβάσαι, δηλ. Ζαχαρία. Δεν είναι για να φοβάσαι τούτη τη στιγμή, αλλά για να χαίρεσαι. Μεγάλη είδηση χαράς σου φέρνω: Η παράκληση σου, που έκανες στο Θεό τόσες φορές, εισακούστηκε. Η Ελισάβετ θα σου γεννήσει παιδί και θα το ονομάσεις Ιωάννη.
Ο Ζαχαρίας, όμως, ενώ ακούει αυτά τα ουρανόσταλτα λόγια, σκέφτεται την προχωρημένη ηλικία της γυναίκας του και την στειρότητά της. Σκέφτεται και τα δικά του γεράματα και ρωτάει τον Άγγελο με κάποια δυσπιστία:
—Με ποιο τρόπο, με ποιο σημάδι μπορώ να πιστέψω και να βεβαιωθώ αυτό που μου λες; Πώς να το πιστέψω αυτό, αφού κι εγώ είμαι γέροντας και η γυναίκα μου είναι περασμένη στα χρόνια;
Τότε ο Άγγελος του αποκρίθηκε; Εγώ είμαι ο Γαβριήλ. Είμαι ο Αρχάγγελος, που στέκομαι δίπλα στο Θεό για να τον υπηρετώ. Και είμαι απεσταλμένος του Θεού να σου φέρω αυτές τις χαρούμενες ειδήσεις. Αφού όμως ζητάς σημάδι, για να πιστέψεις, θα το έχεις. «Ἰδού ἔση σιωπῶν καί μή δυνάμενος λαλῆσαι». Από χώρα μέχρις ότου γεννηθεί το παιδί, θα είσαι άλαλος και βουβός.
Έπειτα από λίγες μέρες η Ελισάβετ συνέλαβε υιό και ένοιωσε μέσα της να σκιρτάει η ζωή. Πέντε μήνες κρύβει την εγκυμοσύνη της η Ελισάβετ από ντροπή, για την ηλικία που βρίσκεται. Έπειτα όμως φανερώνεται. Καταλαβαίνει, ότι πρέπει να δείξει την χάρη, που της έκανε ο Θεός. Κι εκεί, που ο κόσμος την συγχαίρει, για το ευχάριστο γεγονός, εκείνη δοξάζει τον Θεό και Τον ευχαριστεί διότι την απάλλαξε από την ντροπή της ατεκνίας. Πρέπει να τονίσουμε εδώ ότι η ατεκνία ήταν ντροπή μεγάλη και όνειδος σκληρό την εποχή εκείνη.

Όταν η Ελισάβετ ήταν έγκυος έξι μηνών, την επισκέφθηκε η Παναγία, η οποία τότε είχε πάρει από τον Αρχάγγελο Γαβριήλ το μέγιστο άγγελμα της θείας σαρκώσεως του Χριστού. Η Παναγία μπήκε στο σπίτι του Ζαχαρία και φίλησε την συγγενή της Ελισάβετ. Τότε στα σπλάγχνα της Ελισάβετ, με τον χαιρετισμό της Παρθένου, σκίρτησε το βρέφος. Αλλά κι εκείνη πλημμύρισε από πνεύμα Άγιο και μακάρισε την Παναγία, για την μεγάλη τιμή, που της έκανε ο Θεός. Λέγει η Ελισάβετ προς την Παναγία, Είσαι η μητέρα του Κυρίου μου. Διότι μόλις άκουσα το χαιρετισμό σου πήδησε στην κοιλιά μου το βρέφος με χαρά ασυγκράτητη. «Ἰδού γάρ ὡς ἐγένετο ἡ φωνή τοῦ ἀοπασμοῦ σου εἷς τά ὦτα μου ἐσκίρτησε τό βρέφος ἐν ἀγαλλιάσει ἐν τή κοιλία μου».


Οι εννέα μήνες της εγκυμοσύνης της Ελισάβετ περάσανε. Και, όταν ο χρόνος συμπληρώθηκε, εκείνη γέννησε τον Πρόδρομο. Την ογδόη ημέρα συγκεντρωθήκανε στο σπίτι του Ζαχαρίου οι συγγενείς, οι γείτονες, οι φίλοι και οι γνωστοί για να κάνουν την περιτομή στο παιδί και να του χαρίσουν το όνομα. Λογάριαζαν μάλιστα να του δώσουνε το όνομα του πατέρα του. Να τον πούμε δηλ. Ζαχαρία. Η Ελισάβετ, όμως φωτίστηκε από το Άγιο Πνεύμα και του είπε:
-Το παιδί δεν θα ονομαστεί Ζαχαρίας, αλλά Ιωάννης
Εν τω μεταξύ άρχισαν να ρωτούνε με νεύματα τον Ζαχαρία, για να τους πει ποιο όνομα να δώσουνε στο παιδί. Εκείνος τότε, βουβός κι αμίλητος, ζήτησε ένα μικρό πίνακα για να γράψει τη θέληση του, που ήταν, όπως είδαμε και θέλημα του Θεού.

Τού φέρανε, λοιπόν ένα πινακίδιο κι αυτός τότε σταθερά έγραψε: Ιωάννης έστι το όνομα αυτού.
Την στιγμή όμως αυτή λύθηκε η γλώσσα του Ζαχαρίου. Αρχισε τότε να μιλάει ελεύθερα και να δοξάζει το Όνομα του Μεγαλοδύναμου Θεού. Όλοι μάθανε έπειτα με κάθε λεπτομέρεια για το θαύμα της Συλλήψεως, το θαύμα της αφωνίας του Ζαχαρία και όλα χα σχετικά με τη γέννηση και την ονομασία του Προδρόμου. Με γλώσσα ελεύθερη πλέον, με φωνή δυνατή, γεμάτη από ιερή συγκίνηση, και πλημμυρισμένη από Άγιο Πνεύμα, ο Ζαχαρίας λέει χώρα λόγια προφητικά. Προφητεύει για τον ερχομό του Χριστού, του Μεσσία. Μιλάει για την αποστολή του παιδιού του. Τα λόγια του έχουν μέσα Βάρος ουράνιο και κάλλος θειο.

Αν και δεν υπάρχουν πολλά στοιχεία για την παιδική ηλικία του Ιωάννου, εν τούτοις εύκολα συμπεραίνεται, ότι ο Πρόδρομος του Χριστού έζησε κοντά στους ευλαβείς γονείς του. Υπάρχει παράδοση κατά την οποίαν, όταν οι στρατιώτες του Ηρώδη έσφαζαν τα νήπια, η Ελισάβετ πήρε τον Ιωάννη και έφυγε. Έφθασε μπροστά σε κάποιο βουνό και οι στρατιώτες θα τον έπιαναν. Το βουνό άνοιξε. Πέρασε η Ελισάβετ αντίπερα, το βουνό έκλεισε και ο Ιωάννης σώθηκε!

Αφήνει το σπίτι του, τους γνωστούς και τους συγγενείς και φεύγει για την έρημο της Ιουδαίας... Εκεί ο Πρόδρομος είναι ντυμένος με τα πιο φτωχά και σκληρά ρούχα. Φοράει ένα ρούχο σκληρό από τρίχας καμήλου. Είναι κι αυτό συμβολικό, γιατί η καμήλα είναι το πιο υπομονετικό ζώο της ερήμου... Υπομονή κι επιμονή θέλει και η άσκηση του Προφήτου. Φόρεσε λοιπόν το ρούχο που ήταν από καμηλίσια τρίχα και προχώρησε βαθειά στην έρημο. Ανυπόδητος, ο Άγγελος αυτός της ερήμου, ζει κάτω από τον καυτερό ήλιο της μέρας και από ανυπόφορο κρύο της νύχτας. Νηστεύει, νεκρώνει κάθε σαρκική επιθυμία, προσεύχεται, επικοινωνεί με τον Θεό και ανεβαίνει ένα, ένα τα σκαλοπάτια της σκληρής ασκητικής ζωής. Ο δρόμος του, δρόμος του Θεού, λαμποκοπάει στη ζωή του. Καμιά επικοινωνία δεν τον δένει με τους ανθρώπους της εποχής του. Αλλά, ενώ η εμφάνιση του είναι τόσο απλή και ασκητική, η παρουσία του είναι σοβαρή, επιβλητική, ηγεμονική. Η εξαιρετική του απλότητα του δίνει ένα συγκλονιστικό μεγαλείο. Η ακτινοβολία της αρετής του τραβάει σαν μαγνήτης...

«Φωνή βοῶντος ἐν τή ἐρήμω...»
Ήλθε λοιπόν η ώρα. Ο Θεός τον ειδοποίησε ν’ αρχίσει το έργο του.
Και άρχισε στις όχθες του Ιορδάνη. Ο κόσμος απορεί:
-Ποιος είναι αυτός ο Προφήτης;
-Ποιος είναι ο μεγάλος αυτός Προφήτης της Παλαιάς Διαθήκης, που παρουσιάστηκε στις ημέρες μας; λέγουν.
-«Φωνή βοῶντος ἐν τή ἐρήμω, ἑτοιμάσατε τήν ὁδόν Κυρίου, εὐθείας ποιεῖτε τάς τρίβους Αὐτοῦ».
Δηλαδή είναι η φωνή ανθρώπου που κράζει δυνατά στην έρημο και λέγει: Ετοιμάσατε τον δρόμο του Θεού ή καλύτερα, ετοιμάσατε τον εαυτό σας με την μετάνοια για να δεχτεί η ψυχή σας καθαρή, την διδασκαλία του Χριστού. Κάνατε ίσους τους δρόμους απ’ όπου Εκείνος θα περάσει. Καθαρισθείτε εσωτερικά με την μετάνοια...
Οι Ευαγγελιστές θεωρούν τον Ιωάννη σαν τον Άγγελο, τον οποίον συμφωνά με την προφητεία του Προφήτου Μαλαχίου θα έστελνε ο Θεός να ετοιμάσει τον δρόμο του αναμενόμενου Μεσαίου. Ο Πρόδρομος, λοιπόν, δεν είναι απλώς ένας Άγιος, ένας Ασκητής, ένας Προφήτης, αλλά ένας μεγάλος Προφήτης, την παρουσία του οποίου προαναγγέλλουν οι πιο μεγάλοι Προφήτες της Παλαιάς Διαθήκης.
Το 29, λοιπόν, μ.Χ. κατέρχεται στις όχθες του Ιορδάνη και κηρύττει στον κόσμο. «Μετανοεῖτε, λέγει, ἤγγικε γάρ ἡ Βασιλεία τῶν Οὐρανῶν». Το κήρυγμα του Προδρόμου είναι ελπιδοφόρο. Μιλάει για σωτηρία και λύτρωση. Η μετάνοια είναι θειο δώρο. Το αμάρτημα στη γη δεν είναι η καταδίκη οριστική, έρχεται σε λίγο λύτρωσης. Η Βασιλεία των ουρανών πλησιάζει.

Το κήρυγμά του, συγκινεί βαθειά τις ψυχές των ανθρώπων, που είναι κουρασμένες από το χάος, το σκοτάδι, την αβεβαιότητα, την αμαρτία και το άγχος. Όλα τα Ιεροσόλυμα, όλη η Ιουδαία και τα περίχωρα του Ιορδανού τρέχουν σ’ αυτόν τον φωτισμένο Ασκητή της Ερήμου, για ν’ απαλύνουν την πίκρα της καρδιάς τους. Τον ακούνε με λαχτάρα. Τού εξομολογούνται έπειτα τις αμαρτίες τους. Του λένε για αδικίες και πράξεις βρωμερές, που έκαναν στη ζωή τους και που εξαιτίας τους πνίγονται στον πόνο και την θλίψη και μαστίζονται από τους ελέγχους της συνειδήσεως. Εκδηλώνουν την μετάνοιά τους πρώτον κι έπειτα Βαπτίζονται από τον Πρόδρομο στα γάργαρα νερά του Ιορδάνη. Βεβαίως δεν συγχωρούσε τις αμαρτίες το βάπτισμα του Ιωάννου. Απλώς ήταν βάπτισμα μετανοίας, δηλ. συναίσθηση της αμαρτωλότητας τους και πόθος να σωθούν από τον αναμενόμενο Μεσσία. Ο Ιωάννης ο Πρόδρομος δεν μιλάει μόνο για μετάνοια και βάπτιση, αλλά προχωράει και πιο πέρα μιλάει για έμπρακτη μετάνοια.

Κι εκεί όμως που δίδασκε, απαντούσε σε ερωτήσεις και Βάπτιζε, ο Πρόδρομος, πολλοί άρχισαν να σκέπτονται, μήπως αυτός είναι ο Μεσσίας, τον οποίο περίμεναν, μήπως αυτός είναι Χριστός...
Τότε το Προφητικό μυαλό φωτίστηκε και το στόμα του είπε λόγια Βαρυσήμαντα και αποκαλυπτικά:
—Όχι, τους λέγει. Δεν είναι όπως σκέφτεστε. Εγώ μεν σας βαπτίζω με απλό νερό. Πίσω από μένα όμως έρχεται Εκείνος, που είναι Μεγάλος και Δυνατός.
«Ὁ δέ ὀπίσω μου Ἐρχόμενος Ἰσχυρότερός μου ἔστιν».
Εκείνου, εγώ, ούτε τα σανδάλια δεν είμαι άξιος να Βαστώ στα χέρια μου. Ούτε τα λουριά των παπουτσιών Του να λύσω..
«Αὐτός ὑμᾶς βαπτίσει ἐν Πνεύματι Ἁγίω καί πυρί». Αυτός θα σας Βαπτίσει με Πνεύμα Άγιο και φωτιά της θείας Χάριτος.
  
Με τους αμαρτωλούς και ακάθαρτους -σε σκέψεις, λογισμούς και πράξεις ανθρώπους, -πηγαίνει ο καθαρός και αμόλυντος Χριστός στον Ιορδάνη, κοντά στον Προφήτη Ιωάννη, για να βαπτιστεί. Πρώτη φορά βλέπει ο Πρόδρομος τη θεία μορφή Του. Βλέπει τον Κύριο να προχωρεί προς το μέρος του, εκεί δηλαδή που βάπτιζε στον ποταμό. Θείος ίλιγγος τον καταλαμβάνει. Δεν ξέρει πώς να υποδεχτεί τον Δεσπότη Χριστό. Ο Ιησούς όμως με άφραστη ταπείνωση τον πλησιάζει και του λέγει να τον βάπτιση. Ανατριχιάζει ο Ασκητής στο άκουσμα αυτών των λόγων και παρεμποδίζει τον Χριστό, λέγοντας:«Ἐγώ χρείαν ἔχω ὑπό Σου βαπτισθῆναι καί Σύ ἔρχη πρός μέ;».
Εγώ δηλ. έχω ανάγκη να βαπτισθώ από Σένα και συ έρχεσαι σε μένα; Εκείνη τη στιγμή ο Πρόδρομος ένοιωθε πώς είναι «αχρείος δούλος» μπροστά στο Θεϊκό Μεγαλείο του Χριστού.
Ο Λυτρωτής όμως δεν τον αφήνει να πνιγεί σε σκέψεις και συλλογισμούς, αλλά τον διακόπτει λέγοντας Του:
— Άφησε τώρα. Έτσι πρέπει να κάνουμε. Πρέπει να γίνει όλη η διαδικασία, που απαιτεί η δικαιοσύνη της Π. Διαθήκης. δηλαδή κι εγώ ο αναμάρτητος πρέπει να εφαρμόσω τον Μωσαϊκό Νόμο, σαν να είμαι αμαρτωλός. Ο κατάλευκος τότε κι αναμάρτητος Ιησούς, μπήκε στον Ιορδάνη ποταμό και βαπτίσθηκε.
Έτσι ο Ιωάννης ο Πρόδρομος δεν γίνεται μόνο βαπτιστής του Χριστού, αλλά και ο μάρτυρας ενός θαυμάσιου γεγονότος.
Μπροστά του βλέπει την Τρισυπόστατο Θεότητα τον Πατέρα, τον Υιό και το Άγιο Πνεύμα. Και με όσα βλέπει κι ακούει και με όσα η θεία Χάρις του επιτρέπει να μιλάει καθαρά, επιγραμματικά και αλάνθαστα, ο Πρόδρομος γίνεται τίμιος και ειλικρινής μάρτυρας. Η μαρτυρία είναι αξιόπιστη και θεόπνευστη.
Λέγει ο Βαπτιστής:
«Καγῶ ἐώρακα καί μεμαρτύρηκα ὅτι Οὗτος ἐστίν ὁ Υἱός τοῦ Θεοῦ».
Πράγματι, εγώ δηλαδή είδα το Πνεύμα να κατεβαίνει και να μένει σ’ Αυτόν. Και έχω δώσει μαρτυρία, ότι Αυτός είναι ο Υιός του Θεού. Η Βάπτισις του Κυρίου έγινε το έτος 30 μ.Χ.

Ο Πρόδρομος δεν είναι μονάχα ο κήρυκας της μετανοίας, δεν είναι μόνον ο προάγγελος της χαράς του ερχομού του Χριστού, αλλά είναι συγχρόνως και μια φωνή ελέγχου. Ο Πρόδρομος δεν μένει αδιάφορος και απαθής στην διεφθαρμένη ζωή των ισχυρών και δυνατών. Ο μεγαλόστομος αυτός Προφήτης, ο άγγελος της ερήμου, φρίττει από την ανηθικότητα των αρχόντων. Εν τω μεταξύ βλέπει έναν λαό πικραμένο, και δυστυχισμένο, που δεν τολμάει με κανένα τρόπο να σηκώσει κεφάλι, να φωνάξει να διαμαρτυρηθεί για τις αδικίες. Τότε ο Πρόδρομος λύνει τη σιγή του, για τα όσα συμβαίνουν στον κόσμο της διαφθοράς. Σταματάει για λίγο το Μετανοείτε κι αρχίζει το Κατηγορώ. Αστραφτερό μαχαίρι γίνεται η φωνή του και κόβει το μαύρο πέπλο της σιγής και του τρόμου. Ο Ηρώδης τον οποίο κατηγορούσε ο Πρόδρομος ήταν Τετράρχης, δηλαδή είχε στην εξουσία του το ένα τέταρτο της βασιλείας του πατέρα του. Είχε δε και άλλα τρία αδέλφια. Αυτός, λοιπόν, αγάπησε την γυναίκα του αδελφού του Φιλίππου, την διεφθαρμένη Ηρωδιάδα. Κυριευμένος από αισχρή επιθυμία, έδιωξε την νόμιμη γυναίκα του, που ήταν θυγατέρα του βασιλιά της Αραβίας Αρέτα, και άρπαξε με την αμαρτωλή θέληση της, την Ηρωδιάδα. Έτσι, λοιπόν, ενώ ο αδελφός του ζούσε κι ενώ η Ηρωδιάδα είχε αποκτήσει με τον Φίλιππο μια κόρη τη Σαλώμη, ο Ηρώδης καταπατώντας τον Μωσαϊκό νόμο, τον νόμο του Θεού παίρνει γυναίκα του, την γυναίκα του αδελφού του. Η φωνή του Προδρόμου γίνεται σάλπιγγα έλεγχου. Συνταράζει την μαλθακότητα και την χλιδή των αιμομικτών. Και ενώ ο λόγος του Προδρόμου, που πηγαίνει κάτω από τα ανάκτορα και φωνάζει, κτυπάει αμείλικτα όλες τις παρανομίες του Ηρώδη και η γλώσσα του μαστιγώνει την Ηρωδιάδα, ο Ηρώδης αποφασίζει να προσθέσει ένα ακόμη έγκλημα στην αλυσίδα των εγκλημάτων του. Συλλαμβάνει τον γενναίο Ασκητή της ερήμου και τον ρίχνει στις υγρές κι ανήλιαγες φυλακές του φρουρίου της Μαχαιρούντος.

Μέσα από το δεσμωτήριο ο Πρόδρομος, διδάσκει τον λαό, αλλά κι ασίγαστα ελέγχει την παρανομία των ανακτόρων. Ο Ηρώδης με την αισχρή προτροπή της ανήθικης γυναίκας του, αποφασίζει να τον εξοντώσει. Δεν τολμάει όμως, γιατί φοβάται τον λαό. Όπως βλέπομε από την Καινή Διαθήκη, την εποχή εκείνη άρχισε ο Χριστός την δημοσία δράσι και τα θαύματα του. Ο Πρόδρομος άκουγε στη φυλακή για τα θαύματα του Ιησού και έστειλε δύο μαθητές του στο Χριστό να τον ρωτήσουνε:
—Συ είσαι αυτός που περιμένουν οι Εβραίοι να τους λυτρώσει ή περιμένουμε κανέναν άλλον;
Και η ερώτηση εκείνη δεν ήταν δυσπιστία του Προδρόμου, αλλά ήθελε με την απάντηση που θα παίρνανε από τον Κύριο να στερεωθεί η κλονισμένη πίστη τους. Έπρεπε να δούνε το Χριστό, να δούνε τα θαύματά του, να τον πιστέψουν και να τον ακολουθήσουνε εις το εξής. Διότι το έργο του Ιωάννου τελείωσε. Δεν έπρεπε να περιμένουν τίποτε άλλο από αυτόν ο οποίος σε λίγο θα φονευόταν.
Η απάντησης του Κυρίου είναι μεγαλειώδης. Δεν είναι κούφια λόγια, αλλά θαυματουργική δόξα. Βλέπουνε οι μαθητές του Ιωάννου με τα μάτια τους θαυμαστά γεγονότα.
Τούς λέγει, λοιπόν, ο Χριστός:
—Πέστε στον Ιωάννη όσα βλέπετε κι ακούτε. Κι αυτά όλα είναι θαύματα. Τυφλοί βλέπουν, κουτσοί περπατούν, λεπροί καθαρίζονται και νεκροί ανασταίνονται. Επομένως από αυτά που είδαν, κατάλαβαν, ότι ο Χριστός είναι ο προσδοκώμενος Μεσσίας, τον οποίον έπρεπε ν’ ακολουθήσουν.

Οι βασιλείς και οι άρχοντες τον καιρό εκείνο συνηθίζανε να γιορτάζουνε σαν μέρες χαράς και ευτυχίας την ημέρα της γεννήσεως τους και την ημέρα που ανεβαίνουνε στο θρόνο και στην εξουσία. Και ο Ηρώδης γιόρταζε πάντοτε με ξεχωριστή λαμπρότητα την γιορτή των γενεθλίων του. Εκείνο, λοιπόν τον χρόνο, που ο Πρόδρομος ήταν φυλακισμένος, ο Ηρώδης κάλεσε όπως πάντα, όλη την αριστοκρατία του καιρού του, για να πανηγυρίσει τα γενέθλιά του. Κι ενώ το μισητό συμπόσιο προχωρούσε και η αμαρτία έκαιγε τις ψυχές, η Σαλώμη, η κόρη της Ηρωδιάδας, βγήκε ντυμένη άσεμνα μπροστά στους καλεσμένους και άρχισε να χορεύει έναν έξαλλο δαιμονικό χορό. Οι διαφθαρμένοι χειροκροτούν με ενθουσιασμό την Σαλώμη. Οι φαύλες κι αμαρτωλές κινήσεις της τους συγκινήσανε. Και τότε ενθουσιάζεται και ο γέρο - Ηρώδης. Την καλεί κοντά του και της λέγει:
— Ζήτησέ μου ότι θέλεις και θα σου το δώσω! Σου ορκίζομαι ότι θα σου δωρίσω ότι κι αν μου ζητήσεις, έστω κι αν μου ζητήσεις το μισό βασίλειο μου...
Η φαύλη νέα τρέχει τότε στη μητέρα της και την ρωτάει τι να ζητήσει από τον Ηρώδη. Η Ηρωδιάδα, ο θηλυκός αυτός σατανάς, χαμογελάει δαιμονικά. Η μανία της για τον Πρόδρομο, που ελέγχει την ανήθικη ζωή της, φουντώνει. Χωρίς, λοιπόν, να χάση καιρό, την δασκαλεύει να ζητήσει - Ώ δωρεά παρανομωτάτη, - την κεφαλή του Προδρόμου.
  
Μπαίνει λοιπόν αμέσως η Σαλώμη στην αίθουσα του αισχρού συμποσίου και ζητάει, χωρίς χρονοτριβή, το κεφάλι του Ιωάννου του Προδρόμου. Ζητάει, μετά το σατανικό χορό της, να πλημμυρίσει την τράπεζα του συμποσίου με το αίμα του αθώου Προφήτου. Κομπιάζει για λίγο ο Ηρώδης, γιατί φοβάται να εξοντώσει τον Πρόδρομο. Όλα αυτά όμως δεν ήτανε τίποτε άλλο, παρά δικαιολογίες. Το έγκλημα έχει προαποφασισθεί. Η επιθυμία, λοιπόν, της Ηρωδιάδας που θέλει να κυλιέται ανεμπόδιστα και χωρίς έλεγχο στην αμαρτία, γίνεται πραγματικότητα. Το αίτημα της Σαλώμης δεν αργοπορεί. Κι ενώ οι δαιμονόψυχοι και αιμοβόροι διασκεδάζανε, άγριο και κοφτερό σπαθί του δημίου, του σκεπουλάτορα, έκοβε την αγία κεφαλήν του Τιμίου Προδρόμου στη φυλακή. Όλα γίνονται με ταχύτητα. Φέρουνε τρέχοντας οι στρατιώτες το ματωμένο κεφάλι του Προφήτου στα ανάκτορα, στο τραπέζι των θλιβερών δημίων. Το βάζουνε σε πιάτο γεμάτο αίματα και το τοποθετούν ανάμεσα στα φαγητά. Άγρια δαιμονική ικανοποίηση αισθάνεται η Ηρωδιάδα. Έπειτα πλημμυρισμένη ακόμα από κακία και πάθος εκδικήσεως, παίρνει μια βελόνα και τρυπάει μ’ αυτή τη γλώσσα που την ταλάνιζε, που την συγκλόνιζε με την τρομερή φωνή του ελέγχου του.

Μετά το φρικιαστικό αυτό έγκλημα, οι μαθητές του Προδρόμου τρέχουν στη φυλακή. Αψηφούν τους κινδύνους. Δεν λογαριάζουν την οργή της ασύδοτης εξουσίας και παίρνουν το ασκητικό κορμί του Προφήτη. Με συγκίνηση και λύπη το θάβουνε κι έπειτα πηγαίνουνε στο Χριστό και του αναφέρουν τα καθέκαστα.

Όπως αναφέρουν οι χρονογράφοι και οι συναξαριστές το σώμα του Αγίου ετάφη στην πόλη Σεβάστεια της Ιουδαίας. Ήταν δε προφυλαγμένο μέσα σε θήκη. Ο χρονογράφος Μοναχός Γεώργιος Αμαρτωλός, μας πληροφορεί ότι το λείψανο του Αγίου κάηκε επί της βασιλείας του αντίχριστου αυτοκράτορα Ιουλιανού του Παραβάτου. Η δεξιά του χειρ, εκείνη που άγγιξε την κεφαλή του Δεσπότου Χριστού, σώζεται σήμερον εις την Ιερά Μονή Διονυσίου του Αγίου Όρους.
  
Η τιμία κεφαλή – Πρώτη και Δεύτερη εύρεσης (24 Φεβρουαρίου)
Η τιμία όμως κεφαλή του Αγίου δεν κάηκε. Μετά την αποκεφάλιση του Προδρόμου, όπως είδαμε, η τιμία κεφαλή του δόθηκε σαν δώρο στην Σαλώμη, για τον αμαρτωλό χορό της. Και τελικά εκεί κάπου παραπετάχτηκε από την ασεβέστατη Βασιλική οικογένεια. Αλλού πάλι αναφέρεται ότι η Ηρωδιάδα διέταξε να θάψουν κοντά στα ανάκτορα την τιμία κεφαλή του Προδρόμου και πήγαινε εκεί και καταπατούσε το σημείο της ταφής για να ξεδιψάσει λίγο το Βάρβαρο μίσος της κατά του Αγίου.
Η πρώτη εύρεση της έγινε κατά τρόπο θαυματουργικό.

Ο ίδιος ο Πρόδρομος φανέρωσε το μέρος που ήταν η τιμία κεφαλή του σε δύο καλογέρους που πηγαίνανε να προσκυνήσουνε τον Άγιο Τάφο. Την βρήκανε εκεί κοντά στ’ ανάκτορα του Ηρώδη και την περιμαζέψανε με ευλάβεια.

Ύστερα την πήρε από τους Μονάχους ένας κεραμέας και την μετέφερε στην Έμεσα. Μετά όμως από το θάνατο του κεραμέα και της αδελφής του, ο πολύτιμος αυτός θησαυρός, η τίμια κεφαλή, πέρασε διαδοχικά από πολλούς ευσεβείς και τελικά έπεσε στα χέρια ενός Αρειανού, ονομαζόμενου Ευσταθίου. Ο αιρετικός λοιπόν αυτός κατοικούσε σ’ ένα σπήλαιο και τα θαύματα που γινότανε με την δύναμη της τιμίας κεφαλής, τις θεραπείες που βλέπανε οι ασθενείς και πολλά άλλα, τα παρουσίαζε σαν θαύματα της αιρέσεως του Αρείου. Τότε όμως απομακρυνθεί από τους Ορθοδόξους από το μέρος εκείνο ο Ευστάθιος και η τιμία κεφαλή του Αγίου, κατά θεία οικονομία έμεινε εκεί στο σπήλαιον. Εκεί λοιπόν την βρήκανε το 431 επί της Βασιλείας του αυτοκράτορα Θεοδοσίου του μικρού.

Και αυτή η εύρεσης έγινε υστέρα από αποκαλύψεις και οράματα του θελήματος του Θεού. Την βρήκανε μάλιστα μέσα σε μια υδρία και ο Αρχιμανδρίτης Μάρκελλος με τον Επίσκοπο της Έμεσης Ουράνιο, την φέρανε στην Εκκλησία, όπου έγιναν θαύματα μεγάλα και παράδοξα. Η εύρεσης αυτή γιορτάζεσαι στην Εκκλησία μας στις 24 Φεβρουαρίου.

Όπως αναφέρει ο Δοσίθεος η κάρα του τιμίου Προδρόμου φυλάχτηκε με προσοχή. Ο βασιλεύς Ουάλης μάλιστα διέταξε να την πάνε στην Κωνσταντινούπολη. Καθώς δε την μεταφέρανε πάνω σε άμαξα, η άμαξα ξαφνικά σταμάτησε. Τα άλογα δεν προχωρούσανε με κανένα τρόπο. Έτσι υποχρεώθηκαν να την αφήσουν σε κάποια κωμόπολη ονομαζόμενη Κολάου.
Εκεί λέγει ο Δοσίθεος, κατέβηκε ο αυτοκράτορας Μέγας Θεοδόσιος και πήρε την τιμία κεφαλή στο Βασιλικό αμάξι και την μετέφερε στην Κωνσταντινούπολη σε μία θέση, που ονομαζόταν Έβδομον.
Εκεί ο αυτοκράτορας έκτισε μεγαλοπρεπή Ναό προς τιμήν του Αγίου κι τοποθέτησε την κεφαλή του.
Αργότερα ένα μέρος από την τιμία κάρα βρισκότανε στο Μοναστήρι του Αγίου Διονυσίου στο Άγιο Όρος. Το κλέψανε όμως κι είναι άγνωστο που βρίσκεται σήμερα. Ένα μέρος της κάρας βρίσκεται στην Ουγγροβλαχία στο Μοναστήρι Καλούτι. Αυτό όμως αφιερώθηκε στον Πανάγιο Τάφο...

Σύμφωνα με τη Παράδοση και τα ιστορούμενα στους εκκλησιαστικούς ύμνους, αναφέρεται και τρίτη εύρεσης της τιμίας κεφαλής του Ιωάννου του Προδρόμου. Η ανεύρεσης αυτή έγινε από κάποιον ιερέα στα Κόμανα της Καπαδοκίας, απ’ όπου μετακόμισαν, με λαμπρή επισημότητα, το λείψανο στην Κωνσταντινούπολη. Τα απολυτίκιον της εορτής αυτής, που είναι στις 25 Μαΐου, λέγει τα εξής:
«Ὡς θεῖον θησαύρισμα ἐγκεκρυμένον τή γῆ, Χριστός ἀπεκάλυψε τήν κεφαλή σου ἠμίν, Προφήτα καί Πρόδρομε, πάντες οὔν συνελθόντες, ἐν τή ταύτης εὐρέσει, ἄσμασι θεηγόροις, τόν Σωτήρα ὑμνοῦμεν τόν σώσοντα ἠμᾶς ἐκ φθορᾶς; ταῖς ἱκεσίες σου».
Στην τρίτη εύρεση της τιμίας κεφαλής του Προδρόμου εγκώμιο έπλεξε ο Θεόδωρος ο Στουδίτης. Το εγκώμιο αυτό βρίσκεται στη Λαύρα και στην Ιερά Μονή του Διονυσίου. Από το εγκώμιο αυτό βγαίνει το συμπέρασμα όχι στο Μοναστήρι των Στουδιτών θα ευρίσκετε τότε ολόκληρη η κάρα του Τιμίου Προδρόμου ή μέρος αυτής. Στις 7 Ιανουαρίου η Εκκλησία μας εορτάζει μαζί με την Σύναξη του Προφήτου Προδρόμου και την μετακομιδή της τιμίας χειρός του στην
Κωνσταντινούπολη.
Σήμερα η δεξιά χειρ του τιμίου Προδρόμου βρίσκεται στο Μοναστήρι του Αγίου Διονυσίου, στο Άγιο Όρος.

Το φρικτό τέλος των σφαγιαστών του Αγίου Ιωάννου του Προδρόμου
Ο Θεός τιμώρησε τους σφαγείς του Προφήτου. Το τέλος των υπευθύνων, για την αποκεφάλιση του Ιωάννου ήτανε σκληρό.
Ο Ηρώδης έμεινε στην εξουσία μέχρι το 40 μ.Χ. Τι το ήθελε όμως! Η ζωή του ήτανε μαρτυρική Μαστίζεσαι αλύπητα από τους δριμείς ελέγχους της συνειδήσεως. Μάταια αγωνίζεται ο ταλαίπωρος Ηρώδης, η πονηρή αλεπού, όπως τον ονόμασαν, να πνίξει τη φωνή της συνειδήσεως. Έπειτα όμως, αυτός και η γυναίκα του η Ηρωδιάδα, εξοριστήκαν από τον Αυτοκράτορα της Ρώμης Καλιγούλα, στην Γαλλία κι αργότερα στην Ισπανία. Εκεί στην εξορία υποφέρανε πολύ. Άσημοι πλέον κι άδοξοι, χωρίς ίχνος από καλοπέραση και πολυτέλεια, βρήκανε το αμαρτωλό τέλος τους.
Αλλά και η τύχη της Σαλώμης, της μιαράς κόρης κι άσεμνης χορεύτριας, που ζήτησε ψυχρά κι αναίσθητα την κεφαλή του Προδρόμου επί πίνακι δεν ήτανε καλλίτερη. Όπως διηγείται ο Νικηφόρος Κάλλιστος στην Εκκλησιαστική Ιστορία, η Σαλώμη βρήκε τραγικό τέλος, ίδιο σχεδόν με το τέλος του Προδρόμου. Της κόπηκε κι αυτής το κεφάλι. Και να πώς:
Μια μέρα, ενώ περνούσε η Σαλώμη πάνω από ένα παγωμένο ποταμό, για να πάει στην αντίπερα όχθη ο πάγος σχίστηκε κάτω στα πόδια της. Τότε το σώμα της βούλιαξε με ορμή προς τα κάτω, σαν να άνοιξε η γη να την καταπιεί Και στο απότομο αυτό πέσιμο, ενώ το σώμα της βυθίστηκε, το κεφάλι της κρατήθηκε από κοφτερές πλάκες του παγωμένου ποταμού. Ο πάγος σαν κοφτερό μαχαίρι έκοψε το κεφάλι της στο λαιμό!


χαιρετισμοι εις τον προδρομον του χριστου

Εὐλογητὸς ὁ Θεὸς ἡμῶν πάντοτε, νῦν καὶ ἀεί, καὶ εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν.
 Τῇ ῾Υπερμάχῳ Στρατηγῷ…
Τῷ ὑπὲρ πάντας ἀληθῶς ῾Αγίους μείζονι, ὁ ὑπὲρ πάντας ἁμα­ρτὼν τοὺς ἁμαρτήσαντας, τὸ ἐφύμνιον προσφέρω σοι ᾿Ιωάννη, ὡς οὖν ἔχων παρρησίαν πρὸς τὸν Κύριον, ἐκ παντοίων με κινδύνων ἐλευθέρωσον, ἵνα κράζω σοι·
 χαῖρε κήρυξ τῆς χάριτος.

 ῎Αρχομαί σοι τὸν ῞Υμνον, Θεοΰμνητε Μάκαρ, χαρᾷ συνειλημμένος καὶ  φόβῳ·
  Στίχ. Βαπτιστὰ τοῦ Χριστοῦ πρέσβευε ὑπὲρ ἡμῶν.
  ῎Αρχομαί σοι τὸν ῞Υμνον, Θεοΰμνητε Μάκαρ, χαρᾷ συνειλημμένος καὶ  φόβῳ·
  Στίχ. Βαπτιστὰ τοῦ Χριστοῦ πρέσβευε ὑπὲρ ἡμῶν.
  ῎Αρχομαί σοι τὸν ῞Υμνον, Θεοΰμνητε Μάκαρ, χαρᾷ συνειλημμένος καὶ  φόβῳ·
  Στίχ. Βαπτιστὰ τοῦ Χριστοῦ πρέσβευε ὑπὲρ ἡμῶν.
 εὐφημῶν γὰρ ἥδομαι τὰ σά, ἀπορῶν δὲ λόγου δειλιῶ Πρόδρομε, αὐτὸς δὲ ἐνισχύων με παράσχου ἐπαξίως λέγειν·

Χαῖρε, δι’ οὗ ἡ χαρὰ ἐφάνη· χαῖρε, δι᾿ οὗ ἡ ἀρὰ ἐφθάρη.
Χαῖρε, τῶν περάτων γῆς ὁ Διδάσκαλος· χαῖρε, τῶν τεράτων Χριστοῦ ὁ προάγγελος.
 Χαῖρε, μῆκος ἁγιότητος φθάνων μέχρις οὐρανοῦ· χαῖρε, πλάτος καθαρότητος ἁγιάζων πᾶσαν γῆν.
 Χαῖρε, ὅτι Τριάδα τὴν ῾Αγίαν κατεῖδες· χαῖρε, ὅτι δυάδα ὑλικὴν ὑπερεῖδες.
 Χαῖρε, ἀστὴρ δεικνύων τὸν ῝Ηλιον· χαῖρε, φωστὴρ φωτίζων ὑφήλιον.
 Χαῖρε, δι᾿ οὗ ὁ Χριστὸς ἐμηνύθη· χαῖρε, δι᾿οὗ ὁ σατὰν ἐμισήθη.
  Χαῖρε, κήρυξ τῆς χάριτος.

 Βλέπων γένος ἀνθρώπων κείμενον ἀπανθρώπως, ἀνίσταται Θεὸς φιλανθρώπως, καὶ θελήσας πέμψαι τὸν Υἱόν, ἐκκαθάραι πάντα τὸν ἰὸν τοῦ ὄφεος, προσέπεμψε τὸν Πρόδρομον, κηρύξαι τοῖς ἀνθρώποις λέγειν·

 ᾿Αλληλούϊα

 Γέννησιν Ζαχαρίας θυμιάματος ὥρα, μανθάνει τοῦ υἱοῦ δι᾿ Ἀγγέλου· οἷς  δ᾿ ἠπίστησε τούτω λαλῶν κατακέκριται μή τι λαλεῖν· βλέψας δὲ τὴν ἔκβασιν τῶν λόγων τοῦ Ἀγγέλου, τὸ λαλεῖν λαμβάνει.

Χαῖρε, ἡ θύρα τῆς σωτηρίας· χαῖρε, ἡ λύρα τῆς ᾿Εκκλησίας.
Χαῖρε, Προφητῶν τοῦ Θεοῦ τὸ συμπέρασμα· χαῖρε, ἀρετῶν ἁπασῶν τὸ συμφόρημα.
Χαῖρε, Ἄγγελε ἐπίγειε παρουσίας τοῦ Χριστοῦ· χαῖρε, ἄνθρωπε οὐράνιε Βασιλείας τοῦ Θεοῦ.
 Χαῖρε, τῆς ἐγκρατείας ὁ σοφὸς · χαῖρε, τῆς ἀκρασίας ὁ ὀξὺς ἀναιρέτης.
 Χαῖρε, κρατὴρ τοῦ νέκταρος πάροχε· χαῖρε, λουτὴρ καθάρσεως πρόξενε.
 Χαῖρε, πρηστὴρ καυστικὲ τῆς ἀπάτης· χαῖρε, λαμπτὴρ φαυστικὲ γῆς ἁπάσης.
 Χαῖρε, κήρυξ τῆς χάριτος.
  
Δεξιοῦται ἀσμένως ἀσπασμῷ ἡ Παρθένος, ἰδοῦσα κυοφόρον τὴν στεῖραν· ὁ δὲ κήρυξ ἔνδον τῆς μηνός, ἐπιγνούς τὸν ἔσω τῆς γαστρὸς Κύριον, ὡς ῥήμασι τοῖς ἅλμασι χρησάμενος ἐβόα λέγων·

 ᾿Αλληλούϊα

Ἔχαιρον τῇ γεννήσει καὶ ἠρεύνων τὴν κλῆσιν, μαθεῖν οἱ συγγενεῖς ᾿Ιωάννου, γράμμασι δὲ ταύτην ἐκτυπῶν Ζαχαρίας, τέως σιωπῶν φθέγγεται, οἱ δὲ εὐθὺς ἐχάρησαν, ἐθαύμασαν βοῶντες οὕτω·

Χαῖρε, φωνὴν τοῦ Πατρὸς ὁ δήσας· χαῖρε, σιγὴν τοῦ αὐτοῦ ὁ λύσας.
Χαῖρε, τῶν ἀγόνων λαγόνων τὸ κύημα· χαῖρε, τῶν ἀκάρπων τὸ εὔκαρπον βλάστημα.
Χαῖρε, κύκλος ὁ εὐτόρνευτος κέντρον ἔχων τὸν Χριστόν· χαῖρε, κύκνος  ὁ ἡδύφωνος  πᾶσιν ᾄδων τὰ χρηστά.
Χαῖρε, ὁ ἐκ κοιλίας Μητρικῆς ἡγνισμένος· χαῖρε, ὁ πρὸ κοιλίας τῷ  Θεῷ ἐγνωσμένος.
Χαῖρε, πηγὴ θαυμάτων ἀκένωτος· χαῖρε, πληγὴ δαιμόνων ἀνίατος.
Χαῖρε, δι᾿ οὗ ἐφωτίσθη ἡ κτίσις· χαῖρε, δι᾿ οὗ ἐδοξάσθη ὁ κτίστης.
 Χαῖρε, κήρυξ τῆς χάριτος.

Ζέων θυμῷ ὁ ῾Ηρώδης ἀνελεῖν ὁ ληρώδης, Χριστὸν ζητῶν τὰ βρέφη προστάττει· φθειρομένων δὲ τούτων πικρῶς, ᾿Ιωάννης ὁ θεῖος σοφῶς σέσωστο, κηρύξαι τὴν ἀπόρρητον Θεοῦ οἰκονομίαν λέγων·

 ᾿Αλληλούϊα

 ῏Ηγεν ἐν τῇ ἐρήμῳ ἡλικίᾳ ἀνήβῳ, Ἄγγελος, τὸν Ἄγγελον φέρων, καὶ ὁποῖος ἔσται ἐννοῶν, τὸ μυστήριον οὐκ ἀγνοῶν ἥδετο, καὶ ᾄσμασιν ὡς στέμασι κατέστεφεν αὐ- τὸν κραυγάζων·

Χαῖρε, ἡ στήλη τῆς εὐσεβείας· χαῖρε, ἡ πύλη τῆς Βασιλείας.
Χαῖρε, Μωυσέως τοῦ πάλαι διάδοχε· χαῖρε, Βασιλέως τοῦ πάντων διάκονε
Χαῖρε, μάργαρον κρυπτόμενον ἐν τῷ λύθρῳ τῆς σαρκός· χαῖρε, ὄργανον κρουόμενον  ἐν τῷ πλήκτρῳ τοῦ Θεοῦ.
Χαῖρε, ἄρτος στηρίζων νηστευόντων κοιλίας· χαῖρε, οἶνος ἡδύνων σωφρονούντων καρδίας.
 Χαῖρε, Χριστοῦ ὁ φέρων τὸ τρόπαιον· χαῖρε, στερρὸν παθῶν ἀποτρόπαιον.
 Χαῖρε, δι᾿οὗ τὰ ἀρχαῖα παρῆλθε· χαῖρε, δι᾿οὗ τὰ καινὰ ἐπεισῆλθε.
 Χαῖρε, κήρυξ τῆς χάριτος.

 Θαυμαστὴ πάσῃ φύσει ὤφθη ὡς ὑπὲρ φύσιν, ἡ ἐν τῇ ἐρήμῳ σου μετοικία· ἐκ μαστῶν γὰρ εὐθὺς Μητρικῶν πρὸς αὐτὴν μετέβης κατοικεῖν Πρόδρομε, οὐκ οἴνῳ οὐδὲ σίκερα, Θεῷ δὲ ἐντρυφῶν καὶ ψάλλων·

᾿Αλληλούϊα

Ἴθυνάς σου τὸν δρόμον πρὸς Οὐράνιον δόμον, ἀσκήσεως ἐλθὼν πρῶτος δρόμον· καὶ λαμπρός τις γέγονας  σοφέ, καὶ Χριστοῦ δὲ βίου ὑψηλοῦ Πρόδρομος, πρὸς ὃν ἴθυνας ἄπαντας ἀκούεις  παρὰ  πάντων οὕτω·

Χαῖρε, ἡ τέχνη τῆς ἐγκρατείας· χαῖρε, ἡ στάθμη τῆς ἀκριβείας.
 Χαῖρε, τῆς ἀσκήσεως ἔμψυχον ἄγαλμα· χαῖρε, τῆς ἀθλήσεως θεῖον ἐκτύπωμα.
 Χαῖρε, ὄρος ὁ ἀκρότατος παρθενίας ἀληθοῦς· χαῖρε, νόμος ἐνθεώτατος θεωρίας εὐαγοῦς.
 Χαῖρε, ἀκτημοσύνης ὁ λαμπρὸς προηγήτωρ· χαῖρε, ἁγιωσύνης ὁ σοφὸς εἰσηγήτωρ.
 Χαῖρε, κανὼν νηστείας Θεόσδοτος· χαῖρε, εἰκὼν ἁγνείας θεόγραφος.
 Χαῖρε, ὀρθῆς πολιτείας ὁ γνώμων· χαῖρε, σοφῆς προμηθείας νοήμων.
 Χαῖρε κήρυξ τῆς χάριτος.

Κόσμου ἡδυπαθείας καὶ σαρκὸς προσπαθείας, ἠλόγησαι καθάπαξ θεόφρον, καὶ ἀκρίδας εἶχές  σου τροφήν, ἐκ καμήλου δὲ στολὴν Πρόδρομε, τοῦ πνεύματος οὐ σώματος ἐπίδοσιν ζητῶν καὶ λέγων·

 ᾿Αλληλούϊα

Λύτρωσιν ἁμαρτίας, Βάπτισμα μετανοίας, κηρύσσων ἦλθεν ὁ ᾿Ιωάννης, πᾶσι μετανοεῖτε βοῶν, βασιλεία  γὰρ τῶν οὐρανῶν ἤγγικε, καὶ χάριν ἐχορήγησε πιστοῖς  ὡς  ἂν  αὐτῷ  βοῶσι·

Χαῖρε, βουλῆς τοῦ Θεοῦ ὁ μύστης· χαῖρε, οὐλῆς τῶν ψυχῶν ὁ ῥύστης.
 Χαῖρε, χελιδὼν ἡ τὸ ἔαρ μηνύσασα· χαῖρε, ἀηδὼν ἡ Χριστὸν κελαδήσασα.
 Χαῖρε, νάμα ὃ ἐξέρρευσε θαυμασίως ἐξ  ᾿Εδέμ· χαῖρε, πόμα ὃ ἀνέψυξε τοὺς τακέντας ἐξ  ᾿Αδάμ.
 Χαῖρε, ὁ τῶν παρόντων ἀμελῶν ὡς μὴ ὄντων· χαῖρε, ὁ τῶν μελλόντων φροντιστὴς ὡς μενόντων.
 Χαῖρε, δι ᾿οὗ ὁ πίπτων ἀνίσταται· χαῖρε, δι᾿οὗ ὁ βάλλων ἀφίσταται.
 Χαῖρε, ψυχὴν πρὸς Θεὸν ὁ ἐκτείνας· χαῖρε, ὁρμὴν τῆς σαρκὸς ὁ συστείλας.
 Χαῖρε, κήρυξ τῆς χάριτος.

Μετανοίας τὸν στάχυν, τῆς ἐρήμου ὁ στάχυς, κελεύει τοὺς ἀκάρπους ἐκφύειν, ἐκκαθάραι ἥκει γὰρ φησίν, ὁ τὸ πτύον ἔχων τῇ χειρὶ Κύριος, καὶ ἀχυρώδης καύσων, συνάξει  δὲ  ἐγκάρπους λέγων·

᾿Αλληλούϊα

Νέαν θέλων ὁ Κτίστης ἀναδείξαι τὴν φύσιν, τοῖς ὕδασιν αὐτὴν ἀναπλάττει, καὶ πρὸς τοῦτο φέρει συνεργόν, ὁ βουλήσει πάντα ἐνεργῶν Κύριος, Βαπτίσματος τὸν κήρυκα ᾧ πάντες οἱ πιστοὶ βοῶμεν.

Χαῖρε, φωνὴ τοῦ Θεοῦ ᾿Αγία· χαῖρε, σιγὴ τοῦ ἐχθροῦ τελεία.
 Χαῖρε, τῆς οὐσίας βροτῶν τὸ κεφάλαιον· χαῖρε, παρουσίας Θεοῦ τὸ προοίμιον.
 Χαῖρε, ὅτι ἐπεχώρησε πᾶσα χάρις ἐπὶ σοί· χαῖρε, ὅτι ὑπεχώρησε πᾶσα πλάνη διὰ σοῦ.
 Χαῖρε, ὁ διαπτύσας τὰ ἡδέα τοῦ βίου· χαῖρε, ὁ διαλύσας  τὰ πικρὰ τῶν ἐν βίῳ.
 Χαῖρε, δι᾿ οὗ ἐδόθη μετάνοια· χαῖρε, δι᾿ οὗ ἐλύθη ἀπόνοια.
 Χαῖρε, ᾿Αμνὸν τοῦ Θεοῦ ὁ κηρύξας· χαῖρε, ἁγνὸν ὁ τὸν βίον τηρήσας.
 Χαῖρε, κήρυξ τῆς χάριτος.

 Ξένην κένωσιν βλέπων ὁ βαπτίζων τοῦ Λόγου, ἐξίστατο καὶ ἵστατο λέγων· ἐγὼ  χρείαν  ἔχω ὑπὸ Σοῦ, καὶ σὺ βαπτισθῆναι  πρὸς ἐμὲ γέγονας;  ὁ δὲ θαρρεῖν ἐπέταξε καὶ ἔργον ἐκπληροῦντα, λέγων·

 ᾿Αλληλούϊα

 ῾Ο χειρὶ πάντα φέρων σῇ χειρὶ ὑποκλίνει, τὴν Κεφαλὴν ᾿Ιωάννη, οὐ καθάρσεως χρήζων αὐτός, ἀλλ᾿  ᾿Αδὰμ καθαίρων ἐν αὐτῷ· ὅθεν σοὶ ὡς λειτουργῷ τῆς χάριτος, χαρίζεται ἀκούειν ταῦτα.

Χαῖρε, Ἁγίων ἁπάντων μείζων· χαῖρε,  Ἀγγέλων οὐδὲν ἐλάττων.
 Χαῖρε, γεννητοῖς γυναικῶν ὁ ὑπέρτερος· χαῖρε,  γεννετῆς  ἐξ αὐτῆς ὁ ὑπέρλαμπρος.
 Χαῖρε, κάλαμε τῆς χάριτος νέον νόμον ἐκτυπῶν· χαῖρε, θάλαμε τοῦ Πνεύματος ἐκ πασῶν τῶν ἀρετῶν.

Χαῖρε, ὅτι ἐγένου γεηρῶν ὑπερόπτης· χαῖρε, ὅτι ἐφάνης Οὐρανίων ἐπόπτης.
 Χαῖρε, ποιμὴν θρεμμάτων τοῦ Πνεύματος· χαῖρε, λιμὴν πνευμάτων ἀπείραστος.
 Χαῖρε, ὁ ῥοῦς ὁ ἐκπλύνων τὰ πάθη· χαῖρε, ὁ νοῦς ὁ Θεοῦ βλέπων βάθη.
 Χαῖρε, κήρυξ τῆς χάριτος.

 Πόθος πέπεικεν αἴσχους, τὸν υἱὸν τῆς αἰσχύνης, εἱρκτῆ, τὸν Βαπτιστὴν κατακλεῖσαι· καὶ καλύψαι σπεύδων τὸ κακὸν ἔλαθεν, ἀρίδηλον αὐτὸ θέμενος, ὁ λόγος γὰρ οὐ δέδεται τοῖς ψάλλουσι Κυρίῳ οὕτως.

᾿Αλληλούϊα

Ρήματά σου ὡς βέλη δεδεγμένος ῾Ηρώδης, κεντᾶται τὴν καρδίαν καιρίαν, οἱ γὰρ ἔλεγχοι τῷ ἀσεβεῖ μώλωπές εἰσιν ὀδυνηροὶ Πρόδρομε, καὶ θνήσκων ἀνομίᾳ οὐκ ἠνέσχετο βοᾶν σοι ταῦτα.

Χαῖρε, ῾Αγίασμα ὁ παρέχων· χαῖρε, τὸ μίασμα ὁ ἐπέχων.
Χαῖρε, τῶν πιπτόντων βροτῶν ἡ ἀνόρθωσις· χαῖρε, προκοπτόντων Θεῷ ἡ βεβαίωσις.
Χαῖρε, ἄυλον ὡς ἄγγελος ἐν γῇ βίον μετελθών· χαῖρε, ἔνυλον ὡς δαίμονα τὸν ῾Ηρώδην καθελών.
Χαῖρε, ὁ τῶν ἀρρήτων τοῦ Θεοῦ οἰκονόμος· χαῖρε, ὁ ἀπορρήτων ἀγαθῶν κληρονόμος.
Χαῖρε, καλῶν εὐωδίαν δωρούμενος· χαῖρε, κακῶν δυσωδίαν τροπούμενος.
Χαῖρε, δι᾿ οὗ ὁ ᾿Αδὰμ ἐνεδύθη· χαῖρε, δι᾿ οὗ ὁ σατὰν ἐγυμνώθη.
Χαῖρε, κήρυξ τῆς χάριτος.

Σέλας ἡλίου δίκην ἔστιλβεν ὡς ἐκ δίσκου, τοῦ πίνακος ἡ θεία σου κάρα, καὶ τοῦ σκότους  πᾶσαν τὴν ἰσχὺν ἡ ἀκτὶς ἀπήλασεν αὐτῆς Πρόδρομε, ἡμᾶς δὲ καθωδήγησε τῶν φώτων τῷ Πατρὶ κραυγάζειν·

 ᾿Αλληλούϊα

Τοῦ φωτὸς τὴν λυχνίαν ὁ τοῦ σκότους ἐργάτης, οὐκ ἔφερεν εἰς ἔλεγχον ἔχειν· ὡς γὰρ φίλος ἔργων σκοτεινῶν,  παρουσίαν  ταύτης  σφαλερῶς ἤχθετο· διὸ ἐκ μέσου τίθησιν αὐτὸν μὴ συνιεὶς κραυγάζειν·

Χαῖρε, τὸ στέλεχος τῆς ἁγνείας· χαῖρε, ὁ ἔλεγχος τῆς λαγνείας.
 Χαῖρε, τῶν βροτῶν καὶ  ᾿Αγγέλων μεθόριον· χαῖρε, οὐρανοῦ καὶ τῆς γῆς τὸ ἐξαίσιον.
 Χαῖρε, μέσος ὡς ἀνέτειλας τῶν Θεοῦ διαθηκῶν· χαῖρε, τέλος ὡς γεγένησαι τῶν γραφῶν τῶν νομικῶν.
 Χαῖρε, ὁ τἀναντία εἰς ταὐτὸ καταμίξας· χαῖρε, ὁ ἀσαρκίαν ἐν σαρκὶ κατορθώσας.
 Χαῖρε, βροντὴ τὸν κόσμον ἐκπλήττουσα· χαῖρε, βροχὴ τὴν κτίσιν ἀρδεύουσα.
 Χαῖρε, δι᾿ οὗ εὐσεβεῖς  φωταυγοῦνται· χαῖρε, δι᾿ οὗ ἀσεβεῖς  πυρπολοῦνται.
 Χαῖρε, κήρυξ τῆς χάριτος.
  
Ὕμνος ποῖος ἀρκέσει ἐφικέσθαι τοῦ ὕψους, τῆς σῆς Μεγαλωσύνης Προφῆτα;  ἢ ὑμνήσει τίς τῶν γηγενῶν ὃν ἁπάντων μείζονα Χριστὸς ἔδειξε; διὸ τὴν πίστιν δέδεξο τῶν μετὰ σοῦ βοώντων·

 ᾿Αλληλούϊα

 Φαεσφόρος ὡς ὄρθρος τοῦ ἡλίου τῆς δόξης, κακίας με ἐξέγειρον ὕπνου, καὶ υἱὸν ἀνάδειξον γρηγοροῦντα ἔργοις φωτεινοῖς Πρόδρομε, ὡς ἂν φαιδρῷ προσώπῳ  σοι καὶ γλώσσῃ γηθοσύνῳ κράξω.

Χαῖρε, πυρσὲ τῶν ἐν ζάλῃ ὄντων· χαῖρε, χρυσὲ τῶν πενίᾳ ζώντων.
 Χαῖρε, λυπουμένων ταχεῖα παράκλησις· χαῖρε, πλανωμένων ἑτοίμη ἀνάκλησις.
 Χαῖρε, πάντων εὐδυσώπητος πρὸς Θεὸν καταλλαγή· χαῖρε, πάντων εὐσυμπάθητος λυπηρῶν ἀπαλλαγή.
 Χαῖρε, τῶν νοσημάτων τῶν πιστῶν ἡ ὑγεία· χαῖρε, τῶν μολυσμάτων τῶν αὐτῶν ἡ ἁγνεία.
 Χαῖρε, πταιόντων θεῖον ἐξίλασμα· χαῖρε, πιπτόντων μέγα διάσωσμα.
 Χαῖρε, ὁ πᾶσι τὰ πάντα παρέχων· χαῖρε, ἑκάστῳ τὸ πρόσφορον νέμων.
  Χαῖρε, κήρυξ τῆς χάριτος.

  
Χάριτι παντελείῳ Χαριτώνυμε κήρυξ, ψυχὴν μου χαριτώσαις καὶ φρένας, τῶν παθῶν τὸν ρύπον ἐξ αὐτῶν, μετανοίας γνώσει ἐξελθὼν ἅπαντα, καὶ δείξαις σῇ με χάριτι ἐπάξιον Θεῷ κραυγάζειν·

 ᾿Αλληλούϊα

 Ψώμισόν με Προφῆτα  τῆς ἀφθάρτου τραπέζης, ψιχίοις πεπτωκόσιν ὡς κύνα, ἐν λιμῷ γὰρ τήκομαι σφοδρῷ, σωτηρίου ἄρτου ἀπορῶν Πρόδρομε καὶ κόρεσον καρδίαν μου ὡς ἄν σοι εὐχαρίστως κραυγάζω·

Χαῖρε, σφραγὶς Προφητῶν ῾Αγίων· χαῖρε, κρηπὶς ᾿Αποστόλων θείων.
 Χαῖρε, νυμφοστόλε ὡραῖε τῆς χάριτος· χαῖρε, θεολόγε δογμάτων τοῦ Πνεύματος.
 Χαῖρε, ὄμμα καθαρώτατον τὰ ἀθέατα ἰδών· χαῖρε, στόμα ῾Αγιώτατον τὰ ἀπόρρητα εἰπών.
 Χαῖρε, Πρόδρομε, Μάρτυς, Βαπτιστά, Φωνή,  Λύχνε· χαῖρε, Πρόκριτε, Μάκαρ, Μηνυτά, Μύστα, Φίλε.
 Χαῖρε, γλυκὺ καὶ πρᾶγμα καὶ ὄνομα· χαῖρε, νοὸς  καὶ γλώττης ἐντρύφημα.
 Χαῖρε, καινὲ πρεσβευτὰ καὶ μεσίτα· χαῖρε, ἐμοῦ ἐξαιρέτως προστάτα.
 Χαῖρε, κήρυξ τῆς χάριτος.

῏Ω Προφῆτα Κυρίου, Μεγαλώνυμε κήρυξ, ῾Αγίων ὑπερέκεινα πάντων·

               Στίχ. Βαπτιστὰ τοῦ Χριστοῦ πρέσβευε ὑπὲρ ἡμῶν.

  ῏Ω Προφῆτα Κυρίου, Μεγαλώνυμε κήρυξ, ῾Αγίων ὑπερέκεινα πάντων·

 Στίχ. Βαπτιστὰ τοῦ Χριστοῦ πρέσβευε ὑπὲρ ἡμῶν.

    ῏Ω Προφῆτα Κυρίου, Μεγαλώνυμε κήρυξ, ῾Αγίων ὑπερέκεινα πάντων·

 Στίχ. Βαπτιστὰ τοῦ Χριστοῦ πρέσβευε ὑπὲρ ἡμῶν.

 τῇ μικρᾷ νῦν πρόσχες ἀπαρχῇ καὶ τῶν δεινῶν ἁπάσης ταραχῇς ῥῦσαί με καὶ τῆς μελλούσης λύτρωσαι κολάσεως  Θεῷ  βοῶντα·

 ᾿Αλληλούϊα

 Κοντάκιον  ῏Ηχος πλ. δ´.

 Τῇ ῾Υπερμάχῳ Στρατηγῷ…

 Τῷ ὑπὲρ πάντας ἀληθῶς ῾Αγίους μείζονι, ὁ ὑπὲρ πάντας ἁμαρτὼν τοὺς ἁμαρτήσαντας, τὸ ἐφύμνιον προσφέρω σοι ᾿Ιωάννη, ὡς οὖν ἔχων παρρησίαν πρὸς τὸν Κύριον, ἐκ παντοίων με κινδύνων ἐλευθέρωσον, ἵνα κράζω σοι·

χαῖρε, κήρυξ τῆς χάριτος.

 ῾Ο ἱερεύς:

 Δι᾿ εὐχῶν τῶν ῾Αγίων Πατέρων ἡμῶν, Κύριε ᾿Ιησοῦ Χριστὲ ὁ Θεὸς ἡμῶν, ἐλέησον καὶ σῶσον ἡμᾶς.


 ᾿Αμήν.